Στην αρχή
Στην αρχή, το πρώτο πράγμα που σχεδίασε ο άγγελός μου στο χαρτί ήταν μια καρδιά. Από το κέντρο της καρδιάς σχεδίασε ένα τριαντάφυλλο, σα να φύτρωσε από την καρδιά. Ύστερα, ήρεμα και πάντα προς μεγάλη μου έκπληξη, μου αυτοσυστήθηκε ως ο φύλακας άγγελός μου Δανιήλ. Έμεινα έκπληκτη αλλά συγχρόνως γέμισα χαρά. Ήμουν τόσο ευτυχισμένη που σχεδόν πετούσα μέσα στο σπίτι, τα πόδια μου μόλις άγγιζαν το πάτωμα και επαναλάμβανα δυνατά: «Eίμαι ο πιο τυχερός άνθρωπος στη γη και κατά πάσα πιθανότητα ο μόνος που μπορεί να επικοινωνεί έτσι με τον άγγελό του!»
Την επόμενη μέρα, ο άγγελός μου ξαναήρθε. Πέρασα ατέλειωτες χαρούμενες ώρες επικοινωνώντας μαζί του. Την άλλη μέρα πάλι ξαναήρθε, αλλά αυτή τη φορά, προς μεγάλη μου έκπληξη, έφερε μαζί του ένα πλήθος από αγγέλους. Ένιωσα σα να άνοιξαν οι πύλες του ουρανού, γιατί μπορούσα εύκολα να αισθανθώ αυτή τη μεγάλη κίνηση αγγέλων από ψηλά. Όλοι έμοιαζαν συγκινημένοι και ευτυχισμένοι, όπως όταν κάποιος περιμένει να του συμβεί κάτι θαυμάσιο. Από τον τρόπο που χαίρονταν, κατάλαβα ότι στον ουρανό είχαν γιορτή και πανηγύριζαν. Ύστερα οι άγγελοι, όλοι μαζί, έψαλαν με μια φωνή τούτα τα λόγια: «Ένα ευτυχές γεγονός πρόκειται να συμβεί!» Ήξερα ότι όποιο κι αν ήταν το γεγονός αυτό, με αφορούσε άμεσα αλλά, παρά την προσπάθειά μου να το μαντέψω, δεν μπορούσα να βρω τι ήταν. Αυτή η χορωδία έψαλλε όλη τη μέρα τα ίδια λόγια με ολιγόλεπτα μόνο διαλείμματα σιγής ανάμεσα. Κάθε φορά που άνοιγαν οι ουρανοί, οι άγγελοι επαναλάμβαναν το ίδιο άσμα.
Τα πρώτα λόγια που πρόφερε ο άγγελός μου σχετικά με τον Θεό ήταν: «Ο Θεός είναι κοντά σου και σε αγαπά». Θα πρέπει να πλήγωσα πολύ τον Κύριο εκείνο το λεπτό γιατί τα λόγια του δεν είχαν καμιά απολύτως επίδραση πάνω μου. Όταν ο άγγελός μου πρόφερε αυτά τα λόγια για τον Θεό, θυμάμαι ότι σκέφτηκα πως ήταν φυσικό να μιλάει έτσι ένας άγγελος, αφού οι άγγελοι ζουν κοντά στον Θεό. Δεν απάντησα και ο άγγελός μου δεν πρόσθεσε τίποτε περισσότερο.
Λίγες μέρες αργότερα, ο άγγελός μου άλλαξε ξαφνικά στάση απέναντί μου και παρατήρησα πόσο έγινε σοβαρός. Με πολύ σοβαρή φωνή μου ζήτησε να διαβάσω τον Λόγο. Προσποιήθηκα πως δεν ήξερα τι σήμαινε ο Λόγος και τον ρώτησα τι εννοούσε. Ο άγγελός μου έγινε ακόμη πιο σοβαρός και μου είπε ότι ήξερα πολύ καλά τι εννοούσε, ωστόσο μου είπε ότι είναι η Αγία Γραφή. Είχα έτοιμη την απάντηση και του είπα ότι δεν είχα στο σπίτι. Μου είπε ότι το ήξερε και μου ζήτησε να πάω να φέρω μια Αγία Γραφή. Προσπάθησα πάλι να ξεφύγω λέγοντάς του ότι μου ζητούσε κάτι αδύνατο, γιατί στη Μουσουλμανική χώρα που ζούσα τότε (το Μπανγκλαντές), τα βιβλιοπωλεία δεν πουλούσαν Αγία Γραφή. Μου είπε τότε να πάω αμέσως στην αμερικανική σχολή που φοιτούσε ο γιος μου και να πάρω μια από τη βιβλιοθήκη. Σκεπτόμουν αν θα έπρεπε να πάω ή να μείνω σπίτι και να αρνηθώ. Το άλλο πράγμα που με απασχολούσε ήταν το πώς θα αντιδρούσαν σε όλα αυτά ο σύζυγός μου και οι φίλοι μου. Δεν μπορούσα απλά να φανταστώ τον εαυτό μου να στέκει μπροστά τους με μια Αγία Γραφή! Ήδη σκεπτόμουν σε ποιο μέρος του σπιτιού θα την έκρυβα, αν βέβαια την έφερνα στο σπίτι. Αλλά ξαναβλέποντας το σοβαρό ύφος στο πρόσωπο του αγγέλου μου, αποφάσισα να τον υπακούσω. Πήγα λοιπόν με το αυτοκίνητο στο σχολείο και είδα αρκετές Βίβλους στα ράφια. Διάλεξα μία και την πήρα σπίτι. Την άνοιξα για να διαβάσω όπως μου το ζήτησε ο άγγελός μου και τα μάτια μου έπεσαν στους Ψαλμούς: διάβασα, αλλά δεν μπόρεσα να καταλάβω ούτε λέξη. Αυτό ήταν σημάδι από τον Θεό για να μου δείξει πόσο τυφλή ήμουν.
Ο Εξαγνισμός
Ο άγγελός μου ξαναήρθε πάντα πολύ σοβαρός και με έψεξε για ορισμένες πράξεις που είχα κάνει στη διάρκεια της ζωής μου και που είχαν πάρα πολύ δυσαρεστήσει τον Θεό. Ύστερα με έψεξε για το ό,τι είχα περιφρονήσει τα δώρα του Θεού, δώρα που Εκείνος μου είχε δώσει αλλά που εγώ δεν είχα καθόλου εκτιμήσει. Συγχρόνως άρχισε να μου υπενθυμίζει και να μου δείχνει τις αμαρτίες που δεν είχα ποτέ μου εξομολογηθεί. Μου τις έδειχνε σαν σε οθόνη. Μου θύμιζε το γεγονός και πόσο προσβλητικό ήταν για τον Θεό. Αλλά οι πιο αυστηρές παρατηρήσεις που δέχτηκα ήταν για την απόρριψη των δώρων του Θεού. Ο άγγελός μου είπε ότι ήταν μεγάλη προσβολή προς τον Θεό η άρνηση και περιφρόνηση των δώρων Του. Με έκανε να δω τις αμαρτίες μου με τα μάτια του Θεού, όπως τις βλέπει ο Θεός και όχι όπως τις βλέπουμε εμείς. Ήταν τόσο τερατώδεις που ένιωσα απέχθεια για τον εαυτό μου ενώ έκλαιγα πικρά. Η κατάσταση στην οποία υποβλήθηκα, όπως κατάλαβα αργότερα, ήταν χάρη από τον Θεό για να μπορέσω να μετανοήσω ειλικρινά. Μου έδειξε τις αμαρτίες μου τόσο καθαρά και μου αποκάλυψε τα μύχια της ψυχής μου τόσο φανερά, που ένιωσα σα να με είχαν αναποδογυρίσει τα μέσα έξω. Συνειδητοποίησα ξαφνικά πώς πρέπει να ένιωσαν ο Αδάμ και η Εύα μετά την αμαρτία, όταν ο Θεός τους πλησίασε μέσα στο φως Του και τους αντίκρισε. Η ψυχή μου ξεσκεπάστηκε και ήρθε στο φως, την ένιωσα γυμνή, αηδιαστική και άσχημη. Το μόνο που μπορούσα να πω στον άγγελό μου ανάμεσα στους λυγμούς μου ήταν ότι δεν μου άξιζε ένας καθώς πρέπει θάνατος και ότι, σ’ αυτή την τόσο άθλια κατάσταση που ήμουν, μου άξιζε να πεθάνω και να με κόψουν κομματάκια και να με πετάξουν στις ύαινες.
Αυτός ο εξαγνισμός κράτησε περίπου μια εβδομάδα. Έμοιαζε με φωτιά, μια εξαγνιστική φωτιά που καθάρισε το εσωτερικό της ψυχής μου και ήταν μια πολύ οδυνηρή εμπειρία.
Διδασκαλία του Πάτερ Ημών
Μετά την εμπειρία αυτή που με άφησε συντετριμμένη, ο Θεός, ο Αιώνιος Πατέρας μας, μου αποκάλυψε την ύπαρξή Του. Δεν Τον είδα με τα μάτια της ψυχής μου όπως έβλεπα τον άγγελό μου, αλλά ήξερα ότι ήταν Εκείνος και Τον άκουγα. Θυμάμαι ότι αντέδρασα κάπως έτσι «α, είναι ο Θεός, και μπορεί να μας βοηθήσει τώρα». Γι’ αυτό με ρώτησε: «Πιστεύεις αλήθεια ότι μπορώ να σας βοηθήσω;» και του απάντησα «Ναι!». Ύστερα θυμάμαι ότι είπα, πηγαίνοντας στο παράθυρο: «Κοίτα! κοίτα πώς έγινε ο κόσμος!». Ήθελα να του δείξω πώς κατάντησε ο κόσμος. Ο Θεός δεν το σχολίασε αλλά μου ζήτησε να Του πω το Πάτερ Ημών. Του είπα το Πάτερ Ημών ενώ ήταν μαζί μου και άκουγε και όταν τελείωσα, μου είπε ότι δεν έμεινε ευχαριστημένος από τον τρόπο που το είπα, γιατί προσευχήθηκα πολύ γρήγορα. Το επανέλαβα λοιπόν αλλά πιο αργά. Πάλι μου είπε ότι δεν ήταν ευχαριστημένος γιατί κουνιόμουν. Μου ζήτησε να το πω ξανά. Επανέλαβα την προσευχή και στο τέλος ο Θεός είπε πάλι πως δεν έμεινε ικανοποιημένος. Προσευχήθηκα πολλές φορές αλλά κάθε φορά έλεγε ότι δεν ήταν ευχαριστημένος. Άρχισα να αναρωτιέμαι μήπως με έβαζε να προσευχηθώ μέσα σε μια μέρα όλα τα Πάτερ Ημών που δεν είχα πει όλα αυτά τα χρόνια! Είχα αρχίσει το πρωί και τώρα είχε βραδιάσει. Ξαφνικά, έδειξε ευχαριστημένος γιατί, σε κάθε πρόταση που έλεγα, έλεγε «Ωραία», με ευχαρίστηση. Θα προσπαθήσω να δώσω ένα παράδειγμα για να εξηγήσω τι ακριβώς συνέβη:
Αν σας επισκεπτόταν μια μέρα κάποιος συγγενής που τον βλέπατε για πρώτη φορά επειδή ζούσε σε άλλη χώρα, στην αρχή μπορεί να νιώθατε μια απόσταση και να ήσασταν τυπικοί μαζί του. Όσο όμως θα περνούσε η ώρα στο διάστημα αυτής της μέρας, θα νιώθατε να έρχεστε πιο κοντά απ’ ό,τι στην αρχή κι έτσι, προς το τέλος της μέρας, θα παρατηρούσατε να αναπτύσσεται μέσα σας μια συμπάθεια γι’ αυτόν που δεν υπήρχε πριν.
Έτσι έγινε και στην πρώτη μου συνάντηση με τον Θεό. Όταν προσευχόμουν στον Θεό το Πάτερ Ημών, στην αρχή ήμουν απόμακρη αλλά η επίσκεψή Του, που κράτησε όλη μέρα, με άλλαξε γιατί όταν έλεγα την προσευχή, απολάμβανα την παρουσία Του και τα λόγια που έλεγα αποκτούσαν κάποια σημασία. Ήταν τόσο πατρικός, πολύ στοργικός και πολύ ζεστός. Ο τόνος της φωνής Του με έκανε να αισθάνομαι τόσο άνετα που κάποια στιγμή, αντί να απαντήσω «Ναι, Κύριε», είπα ασυναίσθητα «Ναι, μπαμπά». Αργότερα, ζήτησα συγγνώμη από τον Θεό που Τον αποκάλεσα «μπαμπά», αλλά μου είπε ότι δέχτηκε αυτή τη λέξη σαν στολίδι. Φαινόταν τόσο πολύ ευχαριστημένος. Κατάλαβα τελικά με τον τρόπο αυτό ότι ο Θεός έχει αισθήματα και ότι ήθελε να πω αυτή την προσευχή ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ.
Οι Επιθέσεις του Σατανά
Πριν αρχίσω αυτό το κεφαλαίο, θα ήθελα να γράψω τι αναφέρει ο π. Marie Eugène στο βιβλίο του “Είμαι κόρη της Εκκλησίας” για τις δαιμονικές επιθέσεις.
“Αυτό που διακυβεύεται στη συνάντηση του ανθρώπινου με το θείο, της καθαρότητας του Θεού με την ρυπαρότητα της ψυχής, είναι πολύ σημαντικό ώστε να μην μπορεί να επέμβει ο διάβολος με όλη τη δύναμη που διαθέτει. Λίγο ακόμη και η ψυχή, καθαρισμένη από το βαθύ σκοτάδι, θα είναι ασφαλισμένη από τις επιθέσεις του και αυτό θα είναι τρομερό γι’ αυτόν… Ως εκ τούτου, ο διάβολος επωφελείται από τα πλεονεκτήματα που έχει ακόμη επάνω της λόγω των ατελειών της και των δεσμών της με τα αισθητά πράγματα. Ο Άγιος Ιωάννης του Σταυρού παρατηρεί ότι «ο διάβολος στήνεται με μεγάλη πονηρία στο δρόμο που οδηγεί από τη λογική στο πνεύμα’ ( Living Flame, st.iii; Peers, HI, 83)
“Το σκοτάδι αυτών των περιοχών, η σύγχυση της ψυχής, αναστατωμένη καθώς είναι από τις πρόσφατες εμπειρίες της και από την ένταση του πόνου, δημιουργούν καταστάσεις ιδιαίτερα ευνοϊκές για τις παρεμβολές του άρχοντα του σκότους και της πλάνης.”
“Από ορισμένα εξωτερικά σημεία ήρεμης και βαθιάς σιγής των αισθήσεων, ο διάβολος εύκολα μαντεύει ότι η ψυχή δέχεται θεία επικοινωνία.
‘Ο Θεός επιτρέπει συνήθως στον εχθρό να μάθει γι’ αυτές τις χάρες που παρέχονται μέσω ενός καλού αγγέλου: εν μέρει για να κάνει αυτό που μπορεί εναντίον τους σύμφωνα με το μέτρο της δικαιοσύνης, και να μην μπορεί έτσι να προφασίζεται κάτι που δεν είναι αλήθεια, ότι δεν του δίνεται η ευκαιρία να κερδίσει την ψυχή, όπως είπε για τον Ιώβ.Dark Night, Bk. II, xxiii; Peers, 1,449 )
“Αυτή είναι η πραγματικότητα σχετικά με το πρόβλημα της σκοτεινής νύχτας του πνεύματος και τα αίτια που την προκαλούν. Αυτή η νύχτα είναι μια συνάντηση, ή μάλλον μια αληθινή πάλη οργανωμένη από την φιλάνθρωπη Σοφία. Ο Θεός τότε μόνο εδραιώνει την τέλεια βασιλεία Του μέσα στην ψυχή, όταν έχει αφαιρέσει την ακαταλληλότητά της για το θείο και έχει υπερνικήσει όλες τις δυνάμεις του κακού που έχουν κάποια επιρροή επάνω.”
Όλα αυτά αναφέρθηκαν για να αντιληφθεί καλύτερα ο αναγνώστης γιατί ο Θεός επιτρέπει την παρέμβαση του Σατανά.
Αμέσως μετά την υπέροχη αυτή μέρα που πέρασα με τον Ουράνιο Πατέρα μας, όλη η μανία της κόλασης ξέσπασε πάνω μου! Ο Σατανάς μου επιτέθηκε με πολύ άγριο τρόπο. Το πρώτο πράγμα που άκουσα από αυτόν έμοιαζε περισσότερο με βρυχηθμό άγριου ζώου παρά με φωνή. Αυτός ο βρυχηθμός φαινόταν να λέει, “GOOOO!” Υπέθεσα ότι το “Φύγεεε” σήμαινε ότι θα έπρεπε να σταματήσω να έχω επικοινωνία με τον άγγελό μου και με τον Θεό. Απελπισμένη, στράφηκα να βρω τον άγγελό μου, αλλά ο Σατανάς είχε φαίνεται καταλάβει όλο το χώρο και με μεγάλο μίσος άρχισε να με αποκαλεί με κάθε είδους ονόματα. Προξένησε τέτοια αγωνία και τέτοιο τρόμο στην ψυχή μου που θα μπορούσα να είχα πεθάνει, αν ο Θεός δεν είχε ένα σχέδιο για εμένα. Ποτέ στο παρελθόν δεν είχα αισθανθεί τέτοια λύσσα. Τον διέταξα να φύγει και αυτό φαίνεται ότι αύξησε ακόμη περισσότερο την οργή του. Ήταν σαν την οργή ενός τρελού. Φουρτουνιασμένος από οργή και σαν κάποιος που έχει χάσει τα λογικά του βρυχήθηκε, η φωνή του ήταν πολύ βραχνή όταν είπε: “Eι; Φύγε από εδώ, σκύλα…, φύγε, αλλιώς θα σε αποτελειώσει η φωτιά της κόλασης!” Άκουσα τον εαυτό μου να του απαντάει: “Όχι!” Με το “Όχι” μου εννοούσα ότι ΔΕΝ ΘΑ ΦΥΓΩ από την παρουσία του Θεού ούτε από τον άγγελό μου. Τότε εκείνος μου είπε απότομα ότι ήμουν καταραμένη και με έβρισε με τα πιο χυδαία λόγια.
Είναι δύσκολο να εξηγήσω αυτή την αγωνία που ο διάβολος μπορεί να διοχετεύσει στην ψυχή. Αυτό που συμβαίνει είναι κάτι που, αν και η λογική σου λέει ότι δεν είσαι τρελός, όμως εσύ ο ίδιος δεν μπορείς να το ελέγξεις. Αυτή η αγωνία συνήθως ερχόταν κατά κύματα και, σα να μην αρκούσε ο ίδιος ο Σατανάς, έστελνε να μου επιτεθούν και άλλα δαιμόνια. Όταν μου επιτίθονταν, ήταν κάτι τρομακτικό που μεγάλωνε μέσα μου, καμιά σχέση με εξωτερικό φόβο. Ήταν ένα συναίσθημα που ήμουν ανίκανη να το αποδιώξω.
Ο καημένος ο άγγελός μου σε αυτές τις φοβερές στιγμές, στιγμές που με έκαναν μερικές φορές να πιστεύω ότι θα έχανα τα λογικά μου, μπορούσε μόνο να μου λέει μια λέξη «ΠΡΟΣΕΥΧΗΣΟΥ». Προσευχήθηκα και παρακάλεσα τον άγγελό μου να με βοηθήσει να απαλλαγώ από την κατάσταση αυτή που φαινόταν να διαρκεί.
Η Μάχη Ανάμεσα στον Άγγελό μου και τον Σατανά
Σα να μην αρκούσε που βασανιζόμουν στη διάρκεια της ημέρας, ο Σατανάς ερχόταν και τη νύχτα. Δεν με άφηνε να κοιμηθώ, κάθε φορά που κόντευε να με πάρει ο ύπνος, επιχειρούσε να με πνίξει. Μερικές φορές τον ένιωθα σαν αετό που βύθιζε τα νύχια του στο στομάχι μου και μου έκοβε την ανάσα. Αισθανόμουν γύρω μου τη μάχη, αισθανόμουν ότι βρισκόμουν στο επίκεντρο της μάχης αυτής, ανάμεσα στον άγγελό μου και το διάβολο. Τότε, μια μέρα, σα να μην είχε συμβεί τίποτε, όλα σταμάτησαν. Ο Σατανάς εγκατέλειψε τις επιθέσεις του και είχα λίγες μέρες γαλήνης. Όλη αυτή η εμπειρία με άφησε μάλλον αδύνατη, αλλά δεμένη όσο ποτέ με τον άγγελό μου.
Στα μάτια μου, ο φύλακας άγγελός μου άρχισε να είναι το παν και γέμισε τη ζωή μου. Γαντζώθηκα πάνω του, αν μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτή την έκφραση. Κατάλαβα πόσο πολύ μας προστατεύουν οι φύλακες άγγελοί μας, πόσο μας αγαπούν, μας φροντίζουν, μας φυλάνε, κλαίνε για μας, προσεύχονται για μας, υποφέρουν μαζί μας και μοιράζονται το καθετί μαζί μας. Μοιράζονται λύπες και χαρές.
Έντρομος ο διάβολος, μόλις μάντεψε τι σκοπούς είχε ο Θεός για εμένα, ξαναγύρισε στο προσκήνιο. Πονηρός καθώς είναι, τούτη τη φορά άλλαξε μέθοδο. Χρησιμοποίησε τον κλασικό τρόπο για να με ξεγελάσει και μου φανερώθηκε στη θέση του αγγέλου μου. Έδωσε μεγάλο βάρος στον τρόπο που θα μου παρουσίαζε τον Θεό. Μόλις αντιλήφθηκε ότι ο Θεός με πλησίασε για κάποια αποστολή, έβαλε σκοπό να μου εμπνεύσει φόβο Θεού αλλά από λανθασμένη πλευρά ώστε, όταν θα έφτανε η ώρα να επικοινωνήσει ο Θεός μαζί μου, να Τον απέφευγα.
Παραδέχομαι ότι στην αρχή κατάφερε να με ξεγελάσει και πίστεψα αυτά που έλεγε για τον Θεό, γιατί επωφελήθηκε από την άγνοιά μου για να θρέψει το νου μου με μια λανθασμένη εικόνα του Θεού. Τον παρουσίασε σαν φοβερό δικαστή, με ελάχιστη επιείκεια για τα πλάσματά Του που, με το παραμικρό μας σφάλμα, θα μας τιμωρήσει με φοβερό τρόπο. Αυτό συνεχίστηκε για λίγες μέρες.
Έφτασα στο σημείο να μην μπορώ να διακρίνω ποιος είναι ποιος. Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω αν ήμουν με τον άγγελό μου ή αν ήταν ο πονηρός που εμιμείτο τον άγγελό μου. Δεν είχα κανένα που να μπορώ να τον συμβουλευτώ. Ήμουν τελείως μόνη. Ούτε ήθελα να μοιραστώ αυτή την εμπειρία με τον σύζυγό μου, από φόβο μήπως τον ταράξω. Ο Σατανάς, πιστεύοντας ότι είχε νικήσει, άρχισε να σφίγγει τα λουριά δείχνοντας σημάδια κακίας που με μπέρδευαν. Και το χειρότερο, κάθε μέρα που περνούσε, έφερνε κι άλλα δαιμόνια μαζί του, για να με πολιορκούν δυσκολεύοντας πάρα πολύ τον φύλακα άγγελό μου στην προσπάθειά του να με προστατεύσει. Μια φορά ο Θεός μου επέτρεψε να ακούσω το διάβολο που πρόσταζε τους αγγέλους του να έρθουν να μου επιτεθούν και να με παραλύσουν. Αυτοί οι πεπτωκότες άγγελοι με τριγύριζαν, με περιγελούσαν, μου έλεγαν ψέματα και με έβριζαν με κάθε λογής χυδαία λόγια. Επίσης μου έδωσαν το παρατσούκλι «ευσεβής», ειρωνικά. Ο Θεός επέτρεψε να συμβούν όλα αυτά, γιατί κι αυτός ήταν ένας άλλος τρόπος για να εξαγνίσει την ψυχή μου.
Ο Εξαγνισμός Μου Συνεχίζεται
Αφού πέρασαν λίγες μέρες, ο άγγελός μου ξαφνικά μου ζήτησε να πάω να βρω έναν ιερέα και να του δείξω τα μηνύματα. Έκανα ακριβώς όπως μου είπε, αλλά απογοητεύτηκα πολύ. Είχα μεγάλες προσδοκίες, αλλά αυτό που δέχτηκα ήταν ένα χαστούκι. Ο ιερέας νόμισε ότι περνούσα μια ψυχολογική κρίση και πίστεψε ότι ήμουν στα πρόθυρα της σχιζοφρένιας. Ήθελε να εξετάσει τα δυο μου χέρια. Πήρε τα χέρια μου και τα κοίταξε. Ήξερα τι σκεφτόταν. Έψαχνε να βρει ίχνη κάποιας ανωμαλίας στα χέρια μου, όπως συμβαίνει με ορισμένες ψυχικές ασθένειες. Πίστεψε ότι ο Θεός του είχε φορτώσει αυτό τον βαρύ σταυρό, δηλαδή εμένα. Με λυπήθηκε και μου είπε να πηγαίνω να τον βλέπω όποτε θέλω. Τον επισκεπτόμουν κάθε δυο ή τρεις μέρες. Δεν μου άρεσε να πηγαίνω σ’ αυτόν γιατί με έβλεπε σαν ψυχασθενή στο πρώτο στάδιο. Αυτό συνεχίστηκε για τρεις ή τέσσερις μήνες. Η μόνη αιτία που συνέχιζα να τον επισκέπτομαι ήταν ότι ήθελα να του αποδείξω ότι δεν ήμουν ψυχασθενής. Τελικά, ύστερα από αρκετό καιρό, κατάλαβε ότι ήμουν υγιής. Μια μέρα μάλιστα είπε ότι αυτό που είχα μπορούσε να είναι ένα χάρισμα από τον Θεό.
Ο φύλακας άγγελός μου στο μεταξύ με οδηγούσε προς τον Θεό κι ένα από τα πρώτα του μαθήματα ήταν πάνω στη διάκριση. Αυτά τα μαθήματα πάνω στη διάκριση εξόργιζαν το διάβολο ακόμη περισσότερο γιατί σήμαιναν ότι, ακόμη κι αν εμφανιζόταν σαν άγγελος φωτός, εγώ θα καταλάβαινα τη διαφορά.
Ο άγγελος μου είπε ότι θα με πλησίαζε ο Χριστός και ότι η δική του αποστολή πλησίαζε στο τέλος της. Λυπήθηκα όταν άκουσα αυτά τα νέα. Δεν ήθελα να με αφήσει ο άγγελός μου. Προσπάθησε να με πείσει εξηγώντας μου ότι ήταν μόνο ένας υπηρέτης του Θεού και ότι τώρα θα έπρεπε να στραφώ στον Θεό. Προσπάθησε να μου εξηγήσει ότι η αποστολή του ήταν να με φέρει κοντά στον Θεό και να με παραδώσει στα χέρια Του, αλλά αυτό δεν με εμπόδιζε να υποφέρω ακόμη πιο πολύ. Δεν μπορούσα να αντέξω τη σκέψη ότι, από τη μια μέρα στην άλλη, θα έπαυα να επικοινωνώ με τον άγγελό μου.
Όπως μου το προείπε ο άγγελός μου Δανιήλ, μια μέρα ήρθε στη θέση του ο Χριστός. Όταν μου αποκαλύφθηκε, με ρώτησε: «ποιο σπίτι είναι σπουδαιότερο, το σπίτι σου ή το σπίτι Μου;» Του απάντησα, «το σπίτι Σου». Ένιωσα ότι η απάντησή μου Τον ευχαρίστησε, Εκείνος με ευλόγησε και έφυγε.
Πάλι, στη θέση του αγγέλου μου ήρθε ο Κύριος και μου είπε: «Εγώ είμαι» κι όταν με είδε να διστάζω, είπε καθαρά, «Εγώ είμαι, ο Θεός». Αλλά εγώ, αντί να χαρώ, ήμουν δυστυχισμένη. Μου έλειπε τρομερά ο άγγελός μου. Τον αγαπούσα πάρα πολύ και μόνο η σκέψη ότι δεν θα ξαναρχόταν, γιατί τη θέση του θα έπαιρνε ο Θεός, με ενοχλούσε. Εδώ θα ήθελα να αναφέρω τι μου είπε ο Θεός σχετικά με την αγάπη που έτρεφα για τον άγγελό μου. Είπε ότι κανείς δεν αγάπησε τον άγγελό του όσο εγώ και ότι ήλπιζε κάποτε να μου πει αυτά τα λόγια: “Κανείς δεν Με αγάπησε στην εποχή σου όσο εσύ».”
Τώρα, ο άγγελός μου έμεινε στο περιθώριο. Ο Θεός με ρώτησε «Με αγαπάς;» κι εγώ απάντησα, ναι. Δεν με έψεξε που δεν Τον αγαπούσα αρκετά, αλλά αντίθετα είπε πολύ μαλακά «Αγάπα Με περισσότερο».
Την επόμενη φορά που ο Κύριος μου φανερώθηκε, μου είπε: «ζωογόνησε τον Οίκο Μου» και πάλι «ανακαίνισε τον Οίκο Μου». Δεν θυμάμαι αν απάντησα, αλλά ήξερα ότι αυτό που μου ζητούσε ήταν αδύνατο.
Τις επόμενες μέρες, με επισκεπτόταν πότε ο άγγελός μου και πότε ο Χριστός, μερικές φορές και οι δύο. Ο άγγελός μου με νουθετούσε, μου ζητούσε να κάνω ειρήνη με τον Θεό. Όταν μου το ζήτησε, ξαφνιάστηκα πολύ και του είπα ότι δεν έκανα πόλεμο με τον Θεό, πώς θα μπορούσα να κάνω ειρήνη μαζί Του;
Ο Θεός μου ζήτησε πάλι να Τον αγαπήσω. Μου ζήτησε να γίνω πιο οικεία μαζί Του, όπως ήμουν με τον άγγελό μου, δηλαδή να Του μιλώ ελεύθερα, αλλά εγώ δεν μπορούσα. Δεν τον ένιωθα ακόμη σαν φίλο αλλά σαν ξένο. Ο άγγελος μου υπενθύμισε ότι ήταν μόνο υπηρέτης του Θεού και ότι έπρεπε να αγαπώ τον Θεό και να Τον δοξάζω. Όσο περισσότερο με έσπρωχνε προς τον Θεό, τόσο με κυρίευε ο φόβος ότι θα με αφήσει. Μου έλεγε να εγκαταλειφθώ στον Θεό αλλά εγώ δεν το έκανα.
Ο Σατανάς στο μεταξύ δεν είχε εγκαταλείψει τον αγώνα, ήλπιζε ακόμη ότι θα με βρει σε στιγμή αδυναμίας. Ο Θεός μου επέτρεψε μια ή δυο φορές να ακούσω μια συνομιλία ανάμεσα στον Χριστό και τον Σατανά. Ο Σατανάς Του ζητούσε την άδεια να με πειράξει. Έλεγε στον Χριστό: «Θα δούμε τη Βασούλα σου… η αγαπητή σου Βασούλα δεν θα σου μείνει πιστή, θα πέσει και για τα καλά τούτη τη φορά, θα σου το αποδείξω την ώρα της δοκιμασίας της». Και έτσι δόθηκε άδεια στο Σατανά να με βάλει σε κάθε είδους πειρασμούς, απίστευτους πειρασμούς! Κάθε φορά που καταλάβαινα ότι επρόκειτο για πειρασμό και τον ξεπερνούσα, έβαζε μπροστά μου ακόμη μεγαλύτερο. Πειρασμούς που αν υπέκυπτα, η ψυχή μου θα πήγαινε κατευθείαν στην κόλαση. Ύστερα, ξανάρχισε τις επιθέσεις του. Έκαψε με καυτό λάδι το μεσαίο μου δάχτυλο, εκεί που ακουμπώ το μολύβι για να γράψω. Αμέσως βγήκε φουσκάλα και χρειάστηκε να το δέσω με επίδεσμο για να μπορώ να κρατώ το μολύβι και να γράφω. Ο διάβολος προσπαθούσε ξανά και με κάθε τρόπο να σταματήσει την επικοινωνία μου με τον Θεό και με το γράψιμο. Έγραφα πονώντας πολύ. Μόλις έκλεινε η πληγή, επαναλαμβανόταν το ίδιο ξανά και ξανά, έτσι έγραφα επί εβδομάδες, αλλά υποφέροντας συγχρόνως.
Όταν πήγα με την οικογένειά μου για διακοπές στην Ταϊλάνδη, επισκεφθήκαμε με βάρκα ένα νησί. Στην επιστροφή, καθώς μπαίναμε στο λιμάνι, η βάρκα κουνήθηκε και έχασα την ισορροπία μου. Για να μην πέσω αρπάχτηκα από το πρώτο πράγμα που βρέθηκε μπροστά μου και ήταν η εξάτμιση της μηχανής που ζεματούσε. Έκαψα ολόκληρη την παλάμη του δεξιού μου χεριού. Η πρώτη σκέψη μου ήταν: «πώς θα γράψω;». Το χέρι μου πρήστηκε, κοκκίνισε και πονούσε πολύ. Απείχαμε μισή ώρα από το ξενοδοχείο αλλά μέχρι να φτάσουμε, το πρήξιμο και ο πόνος είχαν εξαφανιστεί. Δεν υπήρχε σημάδι εγκαύματος. Ο Κύριος μου είπε αργότερα ότι δεν είχε επιτρέψει στον Σατανά να το παρατραβήξει, γι’ αυτό θεράπευσε το χέρι μου. Ο διάβολος δοκίμασε κι άλλο τρόπο για να με εμποδίσει να γράψω. Φανερώθηκε στο γιο μου, που τότε ήταν δέκα χρονών, στο όνειρό του. Παρουσιάστηκε σαν γέρος και του είπε, καθισμένος κοντά στο κρεβάτι του «Το καλό που σου θέλω, πες της μάνας σου να πάψει να γράφει κι αν δεν ακούσει, θα σου κάνω το ίδιο που της είχα κάνει όταν ήταν μικρή. Θα έρθω όταν θα είσαι ξαπλωμένος, θα σου τραβήξω το κεφάλι προς τα πίσω και θα σε πνίξω».
Αυτό ήταν κάτι που μου συνέβη όταν ήμουν περίπου έξη ετών. Μια νύχτα, είχα δει μπροστά μου ενώ ήμουν ξαπλωμένη, πάνω από το λαιμό μου δυο φοβερά άσχημα γέρικα χέρια. Αμέσως μετά, ένιωσα κάτι να μου τραβάει το κεφάλι προς τα πίσω, εκθέτοντας το λαιμό μου. Μετά, τίποτε. Αυτό όμως με άφησε έντρομη.
Ο Σατανάς με κυνηγούσε από τα παιδικά μου χρόνια. Κάθε νύχτα σχεδόν, όταν ήμουν περίπου έξη ετών, εμφανιζόταν στα όνειρά μου σαν μεγάλος μαύρος σκύλος για να με τρομάξει. Ήταν πάντα το ίδιο όνειρο. Περπατούσα μέσα σε ένα σκοτεινό διάδρομο και στο βάθος ήταν αυτός ο σκύλος που γρύλιζε, έτοιμος να μου ορμήσει και να με κάνει κομμάτια, κι εγώ έτρεχα τρομαγμένη.
Όταν ήμουν περίπου δέκα ετών, είδα στο όνειρό μου τον Ιησού. Ήταν στο βάθος ενός διαδρόμου. Είδα μόνο την εικόνα Του. Φαινόταν ως τη μέση. Μου χαμογελούσε κι έλεγε, « Έλα, έλα σε Εμένα ». Ξαφνικά, σα να με άρπαξε ένα άγνωστο ρεύμα που με έφερνε όλο και πιο κοντά Του. Φοβήθηκα αυτό το άγνωστο ρεύμα και ο Ιησούς, βλέποντας το φόβο μου, μου χαμογέλασε. Το ρεύμα με παρέσυρε προς το μέρος Του, ώσπου το πρόσωπό μου κόλλησε στο δικό Του πρόσωπο.
Όταν ήμουν πάλι δώδεκα ετών περίπου, είχα άλλη μια μυστική εμπειρία. Ήταν ο πνευματικός γάμος μου με τον Ιησού. Πάλι σε όνειρο, ήμουν ντυμένη νύφη και γαμπρός ήταν ο Ιησούς. Ήξερα ότι βρισκόταν εκεί, μόνο που δεν μπορούσα να τον δω. Ο κόσμος που παρευρισκόταν μας υποδεχόταν κρατώντας κλαδιά από βάγια. Υποτίθεται ότι βαδίζαμε προς τη γαμήλια τελετή. Αφού τελείωσε ο γάμος, μπήκα σε ένα δωμάτιο. Εκεί ήταν η Παναγία με την Μαγδαληνή και άλλες δυο άγιες γυναίκες. Η Παναγία ήταν χαρούμενη και ήρθε να με αγκαλιάσει. Άρχισε αμέσως να τακτοποιεί το φόρεμά μου και τα μαλλιά μου και κατάλαβα ότι ήθελε να είμαι ευπαρουσίαστη για τον Υιό Της.
Ο Σατανάς Συνεχίζει με Διάφορες Επιθέσεις
Ο διάβολος ήξερε πόσο σιχαίνομαι τις κατσαρίδες. Δεν με ευχαριστεί που το γράφω αυτό, αλλά νομίζω ότι πρέπει να δείξω τον τρόπο που με πολεμούσε ο διάβολος. Μια μέρα, καθώς έβγαινα από ένα δωμάτιο, έκλεισα την πόρτα. Ξαφνικά ένιωσα να με πιτσιλάει στο πρόσωπο κάτι υγρό. Δεν μπορούσα να καταλάβω από πού προερχόταν. Άκουσα ξαφνικά το διάβολο να γελά και μου είπε ειρωνικά: «Έτσι βαφτίζω εγώ. Αυτός ο αγιασμός σου αξίζει!». Τότε κατάλαβα τι είχε συμβεί. Είχα λιώσει στο πλαίσιο της πόρτας μια μεγάλη κατσαρίδα… Κόντεψα να μείνω στον τόπο από αηδία! Δεν μου αρέσει που γράφω τόσα πολλά για τις επιθέσεις του Σατανά, αλλά θέλω να δείξω πόσο με πολεμούσε για να εμποδίσει τη διάδοση των μηνυμάτων και να με αποκλείσει από την αποστολή για την οποία με προετοίμαζε ο Κύριος.
Μια μέρα, αποφάσισε πάλι να αλλάξει τακτική. Για να με ξεγελάσει πήρε την εμφάνιση του πεθαμένου πατέρα μου. Ακόμη και ο τρόπος που μου μιλούσε ήταν ο ίδιος. Μια τέλεια απομίμηση. Μου μίλησε γαλλικά, όπως συνήθιζε να το κάνει μερικές φορές ο πατέρας μου και είπε: «Κοίταξε, αγαπητή μου… Ο Θεός σε λυπήθηκε και με έστειλε για να σου πω ότι κάνεις λάθος. Πώς μπόρεσες να πιστέψεις ότι επικοινωνεί μαζί σου με τον τρόπο αυτό; Όπως ξέρεις, αυτό είναι αδύνατο και το μόνο που πετυχαίνεις είναι να προσβάλλεις και να εξοργίζεις τον Θεό. Σκέψου… Ο Θεός να σου μιλάει; Πού άκουσες ποτέ κάτι τέτοιο; Μόνο η τρέλα μπορεί να σε κάνει να το πιστεύεις!». Ρώτησα: «καλά, τι γίνεται όμως με τον άγγελό μου, είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό με αγγέλους;» Όταν είπε: «Ω, αυτός…», η φωνή του ήταν γεμάτη μίσος και αναγνώρισα γι’ άλλη μια φορά τον Σατανά.
Η Έρημος και Ύστερα η Πλήρης Εγκατάλειψη
Γι’ αυτό θα την σαγηνεύσω και θα την οδηγήσω στην έρημο και θα μιλήσω στην καρδιά της. (Ho 2:16)
Τώρα, ο Θεός ήθελε να Του παραδοθώ ολότελα. Ήθελε να ενωθώ μαζί Του και να γίνω δική Του. Ήθελε να με πλάσει και να με μεταμορφώσει. Δεν παραδινόμουν σύμφωνα με την επιθυμία Του γι’ αυτό έπρεπε να υποστώ έναν άλλου είδους εξαγνισμό, για να εγκαταλειφθώ πλήρως στον Θεό και να συμφιλιωθώ μαζί Του. Να τι έγινε: επικαλέστηκα τον Θεό και προς μεγάλη μου έκπληξη, δεν είχα καμιά απάντηση. Πανικοβλήθηκα και στράφηκα στον άγγελό μου, αλλά ούτε αυτός ήταν εκεί. Στη θέση του, ένιωσα γύρω μου μερικές ψυχές. Ήρθαν να με πλησιάσουν σαν ζητιάνες. 1 Με παρακαλούσαν για προσευχές, ευλογίες και αγιασμό. Πήγα αμέσως στην εκκλησία και έφερα μαζί μου αγιασμό γι’ αυτούς. Μου ζήτησαν να τις ραντίσω και το έκανα. Αυτή η χειρονομία προσέλκυσε ακόμη περισσότερες ψυχές και σύντομα ένα μεγάλο πλήθος από ψυχές ήταν γύρω μου. Με έκπληξη μου είδα ότι αυτό τις ανακούφιζε από τους πόνους τους και η χαρά τους ήταν μεγάλη. Μία από αυτές μου ζήτησε να προσευχηθώ γι’ αυτήν εκείνη τη στιγμή και να της δώσω μόνο μία ευλογία. Δεν ήξερα πώς, και μου είπε να πω μια απλή προσευχή και να την ευλογήσω. Προσευχήθηκα όπως μου ζήτησε και την ευλόγησα. Με ευχαρίστησε με χαρά και με ευλόγησε κι αυτή. Όλα αυτά ήταν πρωτόγνωρα για εμένα, αλλά ένιωσα ότι οι ψυχές ανακουφίστηκαν και ευχαριστήθηκαν. Επωφελήθηκα για να τις ρωτήσω αν ήξεραν πού βρισκόταν ο άγγελός μου, αυτός που η καρδιά μου είχε ήδη αρχίσει να αγαπά. Αλλά δεν πήρα καμία απάντηση.
Κάθε μέρα που περνούσε μέσα σε αυτή τη μοναξιά έμοιαζε με χρόνο. Αναζητούσα την ειρήνη και δεν μπορούσα να την βρω. Ποτέ δεν ένιωσα τόση μοναξιά και εγκατάλειψη, αν και είχα γύρω μου πολλούς φίλους και γνωστούς. Ένιωθα σα να βρισκόμουν στην κόλαση. Πολλές φορές φώναξα τον άγγελό μου να γυρίσει κοντά μου, αλλά εκείνος είχε εξαφανιστεί. «Λαχτάρησα να ακούσω τη λαλιά του. Τον αναζήτησα και δεν τον βρήκα, του φώναξα κι αυτός δεν αποκρίθηκε.» (Άσμα ασμάτων 5, 6.) Επί τρεις ολόκληρες εβδομάδες περιπλανήθηκα στην έρημο, περισσότερο νεκρή παρά ζωντανή, ωσότου δεν μπόρεσα να το αντέξω άλλο και μέσα σε αυτή τη φοβερή νύχτα που υπέφερε η ψυχή μου, φώναξα κλαίγοντας με όλη μου την καρδιά και όπως ποτέ πριν στο Θεό: «Πατέρα!!…πού είσαι; Πατέρα; Γιατί με άφησες; Ω, Θεέ μου, πάρε με! Πάρε με και κάνε με ό,τι θέλεις! Εξάγνισέ με για να μπορέσεις να με χρησιμοποιήσεις!»
Με αυτή τη διαπεραστική κραυγή που βγήκε από τα μύχια της καρδιάς μου, άνοιξε ξαφνικά ο ουρανός και η φωνή του Πατέρα, σαν βροντή γεμάτη συγκίνηση, μου απάντησε: “ΕΓΩ Ο ΘΕΟΣ ΣΕ ΑΓΑΠΩ!” Αυτά τα λόγια ήταν σαν βάλσαμο για τις βαθιές πληγές της ψυχής μου και αμέσως με γιάτρεψε. Ένιωσα σε αυτά τα λόγια που πρόφερε ο Θεός την Απέραντη Αγάπη Του.
Αμέσως μετά απ’ αυτά τα λόγια αγάπης, ένιωσα σα να έβγαινα από έναν ανεμοστρόβιλο μέσα σ’ έναν ωραίο γαλήνιο κήπο. Ο άγγελός μου φάνηκε ξανά και με μεγάλη στοργή άρχισε να περιποιείται τις πληγές μου, τις πληγές που δέχτηκα καθώς διέσχιζα νύχτα την ατέλειωτη αυτή έρημο. Ο Θεός μου ζήτησε τότε να ανοίξω την Αγία Γραφή και να διαβάσω. Το πρώτο εδάφιο που διάβασα μου έφερε δάκρυα και με έκανε να μεταστραφώ, γιατί μου αποκάλυψε με τρόπο εκπληκτικό την Καρδιά του Θεού. Διάβασα στην Έξοδο 22: 25, 26 αυτά τα λόγια:
«Αν πάρεις το πανωφόρι κάποιου για ενέχυρο, φρόντισε να του το επιστρέψεις πριν δύσει ο ήλιος, γιατί είναι το μοναδικό του σκέπασμα, με το οποίο προστατεύεται από το κρύο. Με τι θα κοιμηθεί; Αν μου φωνάξει για βοήθεια, εγώ θα τον ακούσω, γιατί είμαι σπλαχνικός».
Ο Θεός, για δικούς Του λόγους, δεν μου εξήγησε αμέσως τι συνέβη αυτές τις τρεις εβδομάδες, αλλά πολύ αργότερα, στις 22 Δεκεμβρίου 1990, μου έδωσε την εξήγηση. Αυτά είναι τα δικά Του λόγια:
Η Καρδιά Μου, μια Άβυσσος Αγάπης, σε καλούσε. Είχες συσσωρεύσει στην Καρδιά Μου τη μια λύπη πάνω στην άλλη, τη μια προδοσία πάνω στην άλλη. Πάλευες μαζί Μου, ασθενικό πλασματάκι… αλλά ήξερα ότι η καρδιά σου δεν ήταν δίγνωμη καρδιά και από τη στιγμή που θα την κατακτούσα, θα γινόταν ολοκληρωτικά δική Μου. Προϊόν της εποχής σου, πάλευες μαζί Μου, αλλά μέσα στην μάχη σε ανέτρεψα, σε έσυρα στο χώμα και ως την έρημο, όπου σε άφησα εκεί ολομόναχη.
Σου είχα δώσει από την αρχή της ύπαρξής σου έναν φύλακα άγγελο για να σε φυλάει, να σε παρηγορεί και να σε καθοδηγεί, αλλά η Σοφία Μου πρόσταξε τον φύλακα άγγελό σου να σε αφήσει να αντιμετωπίσεις την έρημο μονάχη σου. Είπα: «Θα ζήσεις παρά τη γύμνια σου!»2 Επειδή κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να επιβιώσει μόνος του,3 Ο Σατανάς θα υπερίσχυε πλήρως και θα σε είχε εξοντώσει. Η προσταγή Μου δόθηκε και σ’ αυτόν επίσης. Του απαγόρευσα να σε αγγίξει.
Τότε, μέσα στον τρόμο σου Με θυμήθηκες, κοίταξες ψηλά στον Ουρανό γυρεύοντας Με απεγνωσμένα. Οι θρήνοι σου και οι ικεσίες σου διέκοψαν ξαφνικά τη νεκρική ηρεμία που σε περιέβαλλε και οι έντρομες κραυγές σας διαπέρασαν τους ουρανούς και έφτασαν στ’ αυτιά της Αγίας Τριάδος…
“Παιδί Μου!” Η φωνή του Πατέρα, γεμάτη χαρά, αντήχησε σε όλο τον Ουρανό, «Αχ… θα την κάνω τώρα να εισχωρήσει στις Πληγές Μου 4 και θα της επιτρέψω να φάει το Σώμα Μου και να πιει το Αίμα Μου. Θα γίνει νύφη Μου και θα Μου ανήκει παντοτινά.
Θα της δείξω την Αγάπη που τρέφω γι’ αυτήν και στο εξής τα χείλη της θα διψούν για Εμένα και η καρδιά της θα γίνει Προσκεφάλι Μου. Θα υποτάσσεται με προθυμία καθημερινά στη Δικαιοσύνη Μου. Θα την κάνω ένα θυσιαστήριο της Αγάπης Μου και του Πάθους Μου. Εγώ, και μόνον Εγώ θα είμαι η μοναδική της Αγάπη και το Πάθος. Και θα την στείλω με το Μήνυμά Μου στα πέρατα του κόσμου για να κατακτήσει έναν άθεο λαό, και σε ανθρώπους που δεν είναι καν δικοί της. Και θα σηκώσει πρόθυμα τον Σταυρό Μου Ειρήνης και Αγάπης παίρνοντας το δρόμο για τον Γολγοθά. ![]()
«Κι Εγώ, το Πνεύμα το Άγιο, θα κατέβω πάνω της για να της φανερώσω την Αλήθεια και τα απόκρυφα μυστικά Μας.5 Θα υπενθυμίσω στον κόσμο, μέσα απ΄’ αυτήν ότι το σπουδαιότερο απ’ όλα τα δώρα είναι η ΑΓΑΠΗ.
“
«Ας6 γιορτάσουμε λοιπόν! Όλος ο Ουρανός ας πανηγυρίσει!»
Ο Θεός μου έδωσε ένα όραμα για να αντιληφθώ καλύτερα. Με έκανε να καταλάβω γιατί ο Σατανάς ήταν τόσο επιθετικός απέναντί μου. Όσο δεν είχα πλήρως μεταστραφεί, ο διάβολος δεν με ενοχλούσε και μάλιστα φαινόταν ικανοποιημένος. Δεν φανέρωνε καμιά επιθετικότητα. Τη στιγμή όμως που ένιωσε ότι στρεφόμουν προς τον Θεό και θα με έχανε, επιτέθηκε στην ψυχή μου.
Να ποιο ήταν το όραμα: Στεκόμουν σε ένα δωμάτιο και είδα ένα φίδι (ο Σατανάς) να σέρνεται. Απ’ ό,τι φαίνεται, το φίδι ήταν το κατοικίδιο ζώο μου αλλά, όπως είχα πάψει να ενδιαφέρομαι, σταμάτησα να το ταΐζω. Πεινασμένο και σαστισμένο, βγήκε από την τρύπα του σε αναζήτηση τροφής. Το είδα που πήγαινε προς το πιάτο του κι εκεί βρήκε δύο ρώγες σταφύλι. Το φίδι τις κατάπιε αλλά δεν φάνηκε να χόρτασε. Έτσι σύρθηκε προς την κουζίνα σε αναζήτηση τροφής. Εν τω μεταξύ, άρχισε να νιώθει ότι τα αισθήματά μου απέναντί του είχαν αλλάξει και ότι τώρα είχα γίνει εχθρός του αντί για φίλος του. Γι’ αυτό το λόγο, ήξερα ότι θα προσπαθούσε να με σκοτώσει. Φοβήθηκα, αλλά ακριβώς τότε εμφανίστηκε ο φύλακας άγγελός μου και με ρώτησε αν είχα κάποιο πρόβλημα. Του είπα για το φίδι. Μου είπε ότι θα το φρόντιζε. Δίστασα αν θα έπρεπε να συμμετάσχω στη μάχη ή όχι, και αποφάσισα ότι θα έπρεπε να βοηθήσω τον άγγελό μου και να συνεργαστώ μαζί του. Ο άγγελός μου πήρε μια σκούπα και άνοιξε μια πόρτα που οδηγούσε έξω, στη συνέχεια πήγε στο φίδι και το πέταξε έξω. Έκλεισε με δύναμη την πόρτα και παρακολουθήσαμε από το παράθυρο πώς θα αντιδρούσε το φίδι. Αυτό πανικοβλήθηκε. Το είδαμε να κατευθύνεται ξανά προς την πόρτα. Αλλά η πόρτα ήταν ασφαλώς κλειστή. Τότε, κατέβηκε με ταχύτητα από τη σκάλα και βγήκε στο δρόμο. Τη στιγμή που γλίστρησε έξω, μεταμορφώθηκε σε έναν τεράστιο άσχημο βάτραχο και πάλι σε ένα πνεύμα δαιμονικό. Σήμανε συναγερμός και οι άνθρωποι εκεί έξω το έπιασαν και το έδεσαν.
Ο Ιερέας Καταδικάζει τα Μηνύματα
Συνέχιζα να πηγαίνω τακτικά στο σπουδαστήριο και να συναντώ τον ιερέα. Μια μέρα μου ζήτησε να δει αυτό το φαινόμενο, την ώρα που επικοινωνούσα με τον ουρανό και, όταν άρχισε η επικοινωνία, ήρθε κοντά μου και μου έπιασε το χέρι για να δει αν θα μπορούσε να με σταματήσει. Ένιωσε αμέσως το χέρι του να το διαπερνά κάτι σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Δεν μου είπε τίποτε αλλά αργότερα, καθώς το μούδιασμα συνεχιζόταν όλο το απόγευμα, πήγε και είπε σε έναν άλλο ιερέα τι του συνέβη. Ο άλλος ιερέας ήξερε για μένα. Όταν του διηγήθηκε το γεγονός, το χαρακτήρισε μάλλον δαιμονικό παρά θεϊκό και ζήτησε να με δει.
Ράντισε με αγιασμό το δωμάτιό του, την καρέκλα που θα καθόμουν, το γραφείο, το χαρτί και το μολύβι που θα μου έδινε. Πήγα εκεί και μου ζήτησε να καλέσω «αυτό» με το οποίο επικοινωνούσα και να «του» ζητήσω να γράψει «Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι». Προσευχήθηκα και ζήτησα από τον Θεό να το γράψει Εκείνος για εμένα. Το έγραψε αλλά με τόση δύναμη που το μολύβι έσπασε και χρειάστηκε να αποτελειώσω με στυλό. Ο ιερέας έγινε έξαλλος και φοβήθηκε πολύ. Άρχισε να μου μιλάει για το σατανισμό, το κακό, τη μαγεία και τα δαιμονικά πνεύματα και ότι το πνεύμα με το οποίο επικοινωνούσα δεν ήταν θείο, αλλά ένα πνεύμα άλαλο. Μου γέμισε το κεφάλι με τρόμο. Όταν σηκώθηκα να φύγω, μου είπε να μην ξαναπάω στο σπουδαστήριο ούτε στην εκκλησία, εκτός και αν σταματούσα το γράψιμο, τουλάχιστον για λίγο καιρό. Και ότι έπρεπε να αφήσω ήσυχο και τον άλλο ιερέα. Μου έδωσε τρεις προσευχές να τις λέω καθημερινά (στον Αρχάγγελο Μιχαήλ, στην Αειπάρθενο Μαρία κι ένα εννιαήμερο στην Ιερή Καρδιά του Ιησού). Μου έδωσε επίσης στο χέρι ένα ροδάριο.
Καταρρακωμένη, πήγα στον πρώτο ιερέα που ήταν τουλάχιστον πιο φιλικός και του διηγήθηκα τι συνέβη. Του είπα ότι δεν θα μπορούσα πια να τον επισκέπτομαι. Χαμήλωσε το βλέμμα, έγειρε από τη μια πλευρά το κεφάλι και δεν απάντησε. Με αυτό κατάλαβα ότι συμφωνούσε. Είδα ξεκάθαρα και κατάλαβα ότι αν σταματούσα τις επισκέψεις, θα τον ξαλάφρωνα από έναν μεγάλο σταυρό. Ήξερα ότι ήμουν ανεπιθύμητη, σηκώθηκα λοιπόν και του φώναξα: “Δεν θα με ξαναδείτε εδώ, τουλάχιστον ωσότου νιώσω πως είναι ευπρόσδεκτη!” Και έτσι έφυγα, νομίζοντας ότι αφήνω πίσω μου για πάντα την Εκκλησία.
Γύρισα σπίτι και έκλαψα ωσότου στέρεψαν τα δάκρυά μου. Ο άγγελός μου ήρθε να με παρηγορήσει, χαϊδεύοντάς μου το μέτωπο. Παραπονέθηκα στον Θεό: «Είμαι σαστισμένη και η ψυχή μου είναι αφάνταστα θλιμμένη. Δεν ξέρω τίποτε πια, λες ότι είσαι Εσύ και η καρδιά μου αισθάνεται και γνωρίζει ότι είσαι Εσύ, αλλά αυτός μου λέει ότι είναι ο διάβολος. Αν είσαι Εσύ, θέλω αυτός ο ιερέας μια μέρα να πει και να παραδεχθεί ότι οι επικοινωνίες μου είναι από τον Θεό, και τότε θα πιστέψω!». Ο Θεός είπε μόνο «θα τον λυγίσω… »
Ο άγγελος ήταν πολύ τρυφερός μαζί μου. Περιποιήθηκε με πολλή λεπτότητα τα ψυχικά μου τραύματα. Κάθε μέρα έλεγα τις προσευχές και έκανα ό,τι μου είχε πει ο ιερέας. Σταμάτησα να χρησιμοποιώ το χάρισμα που μου είχε δώσει ο Θεός και απέφευγα το γράψιμο. Επειδή ζούσα σε μουσουλμανική χώρα, αγόρασα ένα Κοράνι για να το μελετήσω και να το συγκρίνω με την Αγία Γραφή. Μια μέρα, καθώς κρατούσα σημειώσεις, αιφνιδιάστηκα από την παρουσία του Ουράνιου Πατέρα μας. Και μόνον η παρουσία Του με γέμισε ανεξήγητη χαρά κι Εκείνος μου είπε: “Εγώ ο Θεός, σε αγαπώ, κόρη Μου, να το θυμάσαι πάντα αυτό. Γιαχβέ είναι το Όνομά Μου.”
Και καθώς κρατούσα το μολύβι, χρησιμοποίησε το χέρι μου για να το γράψει στο σημειωματάριό μου. Λίγο αργότερα, ήρθε κοντά μου και είπε, χρησιμοποιώντας το χέρι μου: “Εγώ, ο Θεός, σε αγαπώ. Βασούλα, πάντα να το θυμάσαι αυτό. Εγώ σε οδηγώ. Γιαχβέ είναι το Όνομά Μου.” Ήταν τόσο συγκινητικό που ξέσπασα σε δάκρυα. Ήμουν σαν φυλακισμένη, μου απαγόρευαν να μιλήσω στον Πατέρα μου, μου απαγόρευαν κάθε είδους επικοινωνία με τον ουρανό, μου απαγόρευαν να χρησιμοποιώ το χάρισμα που ο Θεός ο ίδιος μου είχε δώσει και μου απαγόρευαν τον τρόπο με τον οποίο μπορούσα να πλησιάσω τον ουράνιο Πατέρα μου. Και με όλες αυτές τις απαγορεύσεις, ποιος έρχεται να με επισκεφθεί στη «φυλακή»; Εκείνος που με αγαπάει πιο πολύ! Ο πιο στοργικός Πατέρας, Εκείνος που κρατάει στην παλάμη Του ολόκληρο το σύμπαν, για να μου δείξει τη στοργή και την αγάπη Του.
Διώξεις από την πλευρά του Ιερέα
Ο ιερέας ωστόσο δεν παραιτήθηκε. Μου έγραψε γράμματα λέγοντάς μου ότι το μόνο που διέθετα ήταν ένα σωρό ανοησίες, ότι αν έριχνα μια ματιά στον εαυτό μου θα καταλάβαινα ότι τέτοια χάρη δεν θα μου δινόταν ποτέ. Προηγουμένως είπε ότι τέτοιες χάρες ήταν για ανθρώπους που υπηρετούσαν το Θεό, όπως η μητέρα Τερέζα και άλλοι παρόμοιοι, και με μια κίνηση του χεριού του μου έδειξε τα βιβλία του πάνω στα ράφια. Ύστερα, προσπάθησε να με τρομάξει λέγοντας ότι ήταν δαιμονικό για να παρατήσω τα γραπτά. Το πέτυχε εν μέρει γιατί, μετά απ’ αυτό, κάθε φορά που με πλησίαζε ο Θεός, Τον έδιωχνα. Μόλις που ανεχόμουν τον άγγελό μου. Αν άκουγα από το Θεό αυτά τα λόγια: “Εγώ, ο Γιαχβέ, σε αγαπώ,” έκανα σα να μην άκουσα τίποτε και δεν το άφηνα να γραφτεί. Αν με πλησίαζε ο Ιησούς και μου έλεγε, “Ειρήνη, παιδί Μου” απομακρυνόμουν από κοντά Του και Τον έδιωχνα, νομίζοντας ότι ήταν ο πονηρός. Ο ιερέας κατάφερε να με πείσει ότι δεν είναι δυνατόν ο Θεός να επικοινωνεί με κάποιον σαν εμένα, γιατί ο Θεός πηγαίνει μόνο σε άγιους ανθρώπους. Μερικές φορές γινόμουν άκρως επιθετική όταν ο Ιησούς ερχόταν να μου μιλήσει, γιατί νόμιζα ότι ήταν ο διάβολος. Τον έδιωχνα με απότομο τρόπο ξανά και ξανά.
Τελικά, η Σοφία βρήκε έναν τρόπο. Ο άγγελός μου ήρθε να μου πει ότι μου έφερνε μήνυμα από τον Ιησού. Έγινε ο μεσάζων. Αυτή τη μέθοδο τη δεχόμουν αλλά όχι πάντα, γιατί ήμουν ακόμη επηρεασμένη από τα λόγια του ιερέα. Πώς και γιατί τα μάτια του Πανάγιου θα γύριζαν να κοιτάξουν μια αξιοθρήνητη ψυχή σαν τη δική μου! Πώς μπόρεσα να πιστέψω πως ο Παντοδύναμος Θεός μιλούσε και επικοινωνούσε έτσι απλά μαζί μου! Σε όλη μου τη ζωή δεν είχα ακούσει κάτι τέτοιο. Ναι, μόνο στην Αγία Γραφή, με ανθρώπους όπως ο Μωϋσής, ο Αβραάμ και οι προφήτες, αλλά αυτό ήταν μια άλλη ιστορία και άλλοι καιροί. Ένα παραμύθι, να τι ήταν, μια ψευδαίσθηση, το κεφάλι μου γύριζε γιατί ήξερα ότι αυτό γινόταν κι ότι δεν ήμουν τρελή! Αργά και μόνο με την πάροδο του χρόνου, οι πληγές που δέχθηκα από τους ιερείς άρχισαν να επουλώνονται.
Ο άγγελός μου μου έδινε μεγάλη γαλήνη, μιλώντας μου κάθε μέρα για το Θεό επί ώρες. Πότε-πότε άφηνε θέση στον Ιησού για να εκφράσει Εκείνος τα θεία Του λόγια. Την πρώτη φορά που συνέβη αυτό, ήμουν έτοιμη να σβήσω τα λόγια, επειδή τα άφησα να γραφτούν. Ο άγγελος επενέβη ζητώντας μου να καταλάβω και να αφήσω αυτά τα λόγια γιατί πραγματικά προέρχονταν από τον Ιησού. Τα λόγια ήταν: « Εγώ ο Ιησούς, σε αγαπώ ». Αυτά ήταν τα πρώτα λόγια που έγραψε ο Ιησούς μετά την κρίση. Γράφτηκαν στις 20 Ιουνίου1986. Σιγά-σιγά, βήμα προς βήμα και πολύ διακριτικά, ο Ιησούς με πλησίαζε και πάλι.
Στις 9 Ιουλίου 1986, 7 Ο Θεός είπε:“Εγώ ο Θεός σε αγαπώ“. Αμέσως ο άγγελός μου, βλέποντας τον δισταγμό μου, μου ζήτησε να φυλάξω αυτά τα λόγια, γιατί κάθε λέξη ήταν δοσμένη από τον Θεό και ότι ο Θεός ήταν κοντά μου. Το επόμενο μήνυμα από τον Θεό δόθηκε τον Ιούλιο του 1986.7 Το μήνυμα ήταν το εξής:“Εγώ σε έθρεψα, (πνευματικά), ήρθα να σου δώσω τροφή. Βοήθησε, σε παρακαλώ, και τους άλλους δίνοντας και σ’ αυτούς αυτή την τροφή. Κάνε τους να ανθίσουν, οδηγώντας τους σε Εμένα. Σε έθρεψα, σε έκανα να ανθίσεις, να ευωδιάσεις. Θρέψε και τους άλλους. Βοήθησε τους και οδήγησε τους σε Εμένα. Σου έδωσα Αγάπη, ακολούθησέ Με λοιπόν. Σου έδωσα χάρη με το να σου δώσω αυτή την τροφή! Δώσε την και στους άλλους επίσης για να την απολαύσουν “
Στις 31 Ιουλίου 1986, 7 ο Ιησούς ήρθε αυτή τη φορά σαν Ιερή Καρδιά και μου είπε:: “Πάρε μια θέση, αγαπημένη Μου, στο μέσον της Καρδιάς Μου. Εκεί θα ζήσεις. ” Στις 7 Αυγούστου 1986, 7 ο Πατέρας μου μίλησε άλλη μια φορά δίνοντάς μου αυτό το μήνυμα: “Εγώ, ο Θεός, σε δένω μαζί Μου.” Φοβήθηκα και Του ζήτησα απότομα, γιατί ήμουν καχύποπτη, να μου πει το Όνομά Του. Εκείνος απάντησε: ” Γιαχβέ.” Πλημμύρισα από χαρά και αγάπη και η ψυχή μου ήδη φλεγόταν από λαχτάρα γι’ Αυτόν. Του είπα: «Σε αγαπώ, αιώνιε Πατέρα». Μου απάντησε: “Αγάπα Με, ύμνησέ Με, τον Θεό σου, είμαι ο αιώνιος Πατέρας σου.” Τότε Τον ρώτησα: «Νιώθεις την ευτυχία μου, τις αγωνίες μου, τους φόβους μου, την αγάπη μου, τις ταραχές μου;” Απάντησε, “Ναι.” Έπειτα είπα: “Τότε θα ξέρεις πώς ακριβώς νιώθω τώρα. Με καταλαβαίνεις πλήρως», κι Εκείνος είπε με μεγάλη στοργή: “Ναι, αγαπημένη Μου.“
Αυτή ήταν η πρώτη μου επικοινωνία πολύ καιρό μετά την αρνητική στάση που είχα από το φόβο μου. Ο Θεός συνέχισε γνωρίζοντας ότι αναρωτιόμουν γιατί να μιλάει σε μένα. Μου είπε: «Ο Θεός σας αγαπάει όλους. Τα μηνύματα αυτά είναι μόνο μια υπενθύμιση, για να σας υπενθυμίσουν πώς άρχισαν τα θεμέλιά σας. Διάδωσε το μήνυμά Μου».
Τα πρώτα – πρώτα μηνύματα που έλαβα ήταν πολύ σύντομα, όπως εξήγησα στην αρχή. Έμοιαζαν πιο πολύ με τηλεγραφήματα παρά με μηνύματα.
Παρ’ όλα όσα συνέβησαν στο μεταξύ, δεν είχα χάσει την επαφή μου με τους ιερείς. Αλλά δεν μιλούσα πια για τα μηνύματα σ’ εκείνον που τα είχε καταδικάσει και με είχε κάνει να υποφέρω τόσο. Ωστόσο, ύστερα από αρκετό διάστημα, αποφάσισα να του πω ότι ακόμη λάβαινα μηνύματα και τα έγραφα. Έτσι του έδειξα τα τετράδια αντί για τα σκόρπια φύλλα που ήταν πριν. Πρώτα χρησιμοποιούσα ό,τι χαρτί έβρισκα μπροστά μου, αλλά όταν ήρθε η ώρα να αρχίσω την αποστολή μου, το Άγιο Πνεύμα με φώτισε να χρησιμοποιώ στο εξής τετράδια και να τα αριθμώ.
Θυμάμαι ότι κάλεσα τον ιερέα στο σπίτι μου για να του πω ότι ακόμη επικοινωνούσα με τον Θεό. Σκέφτηκα ότι έπρεπε να το ξέρει. Του το είπα και δεν έμεινε και τόσο ευχαριστημένος, αλλά μου ζήτησε να του δείξω τα τετράδια κι εγώ του τα έδωσα να τα κρατήσει μια μέρα. Την επομένη, έλαβα ένα πολύ σκληρό γράμμα που μου έγραφε να κάψω όλα μου τα τετράδια και να πω στους φίλους μου που τα διάβασαν να τα ξεχάσουν. Δεν ξέρω γιατί αλλά αναγνώρισα την αγριότητα του Σατανά. Είπα στους φίλους μου τα καθέκαστα κι αυτοί θύμωσαν πολύ μαζί του. Πήγα τότε να του μιλήσω για την αντίδρασή τους και να πάρω πίσω τα τετράδιά μου. Μου είπε ότι ο Θεός τώρα ήταν πιθανότατα πολύ θυμωμένος μαζί μου και ότι με είχε εγκαταλείψει στη μοίρα μου. Είπε ότι ο Θεός έδειξε υπομονή μια και δυο φορές αλλά τώρα, αφού δεν υπάκουσα, με άφησε με το διάβολο.
Ήδη, τα μαθήματα διάκρισης που μου είχε κάνει ο άγγελός μου είχαν αποτέλεσμα και μου φάνηκαν πολύ χρήσιμα, ειδικά σ’ αυτή την περίπτωση. Τούτη τη φορά ήταν αδύνατο να ξεγελαστώ. Του απάντησα γράφοντας ότι ο Θεός του δεν ήταν ο δικός μου Θεός. Γιατί ο Θεός του είναι σκληρός Θεός, οξύθυμος, ανυπόμονος, αδιάλλακτος, χωρίς αγάπη. Ο Θεός του συγχωρεί μια ή δυο φορές και ύστερα γυρίζει την πλάτη και ρίχνει τις ψυχές στην κόλαση αν δεν ακούσουν, ενώ αντίθετα ο Θεός που εγώ γνωρίζω, Αυτός που καθημερινά επικοινωνεί μαζί μου, ο δικός μου Θεός, είναι όλος αγάπη, με άπειρη υπομονή, επιεικής και φιλόστοργος. Ο Θεός που μου μιλάει και σκύβει για να με φτάσει, είναι πράος, μακρόθυμος, πολυεύσπλαχνος και περιβάλλει την ψυχή μου μόνο με αγάπη. Ο Θεός μου, που με επισκέπτεται κάθε μέρα, Αυτός που εκείνος τον θεωρεί διάβολο, περιβάλλει την ψυχή μου με ειρήνη κι ελπίδα. Ο Θεός μου με τρέφει πνευματικά, αυξάνοντας την πίστη μου σ’ Αυτόν. Μου διδάσκει πνευματικά πράγματα και μου αποκαλύπτει τα πλούτη της Καρδιάς Του.
Ύστερα απ’ αυτό, μου ζήτησε πάλι για μερικές μέρες να σταματήσω να γράφω, για να δει τι θα γίνει.
Άφησα να περάσουν λίγες μέρες χωρίς να γράψω όπως μου το ζήτησε ο ιερέας. Προσευχόμουν και ρωτούσα ξανά στην προσευχή μου ποιος ήταν αυτός που με καθοδηγούσε πραγματικά με αυτό τον ιδιαίτερο τρόπο; Είχα παρακαλέσει αν πράγματι τα μηνύματα ήταν δικά Του, να μου το έλεγε και να Τον άκουγα να λέει αυτά τα λόγια: «Εγώ, ο Γιαχβέ, σε οδηγώ». Μόνο αυτό. Και αυτό έγινε και ο Θεός άκουσε την προσευχή μου.
Οι επικοινωνίες συνεχίστηκαν και μια μέρα, στις 15 Δεκεμβρίου 1986 ο Θεός μου έδωσε αυτό το μήνυμα: “Κόρη μου, όλη η Σοφία προέρχεται από Εμένα. Θέλεις τη Σοφία; ” Χωρίς να καταλάβω πραγματικά τι μου προσέφερε ο Θεός, απάντησα «Ναι, Κύριε». Μου είπε τότε ότι θα μου έδινε τη Σοφία, αλλά θα έπρεπε να Την κερδίσω αν Την ήθελα πραγματικά. Όταν είδε ότι αναρωτιόμουν με ποιο τρόπο θα το πετύχαινα, μου είπε ότι είναι ο Παντοδύναμος κι ότι Εκείνος θα με διδάξει. Συλλογιζόμουν τι μου είχε προσφέρει και όσο το συλλογιζόμουν, τόσο συνειδητοποιούσα το τεράστιο Δώρο που μου προσέφερε. Συνειδητοποιούσα επίσης ότι δεν Του είχα πει ούτε ένα ευχαριστώ. Έτσι, την επομένη Τον ευχαρίστησα κι Εκείνος επανέλαβε ότι θα έπρεπε να κερδίσω τη Σοφία, αλλά ότι θα με βοηθούσε σ’ αυτό και να μην αποθαρρύνομαι.
Θέλεις να Με Υπηρετήσεις;
Το επόμενο πράγμα που παρατήρησα ήταν ότι ο Ιησούς έπαιρνε όλο και περισσότερο τη θέση του αγγέλου μου. Ερχόταν σαν Ιερή Καρδιά. Μια μέρα με ξάφνιασε με την ερώτησή Του, αν ήθελα να Τον υπηρετήσω (σε αυτή την αποστολή). Ο φόβος με κυρίευσε και δίστασα. Δεν άφησα αυτή τη φράση να γραφτεί μαζί με τα άλλα γραπτά. Φοβήθηκα ότι θα μου ζητούσε να εγκαταλείψω το σπίτι μου για να μπω σε μοναστήρι και να γίνω καλόγρια. Δεν ήμουν έτοιμη και άλλωστε δεν το επιθυμούσα. Η δυσπιστία μου Τον απογοήτευσε και ένιωσα τη λύπη Του, αφού ήταν τόσο εμφανής στον τόνο της φωνής Του όταν είπε αυτά τα λόγια: «Μπορώ να κατοικήσω μέσα σου παρά την τρομερή σου αδυναμία». Ήμουν πολύ δυστυχισμένη γιατί Τον είχα απογοητεύσει. Από την άλλη πλευρά, φοβόμουν το άγνωστο. Αυτά είναι ακριβώς τα λόγια:
…”Αν Με υπηρετούσες, θα φανέρωνα μέσα σου μόνο πάθος.” Επανέλαβα, «πάθος…» χωρίς να καταλαβαίνω κι Εκείνος είπε, ” ναι, πάθος. Θέλεις να… ” Σήκωσα το χέρι μου για να μην το γράψω αλλά άκουσα όλη τη φράση.
Όλη η νύχτα πέρασε με τη σκέψη αυτή. Τότε αποφάσισα να βυθιστώ στο άγνωστο και να παραδοθώ στο θέλημά Του. Γύρισα κοντά Του με την ερώτησή Του. Τον ρώτησα, «Θέλεις να Σε υπηρετήσω;”
Αμέσως ένιωσα τη χαρά Του κι Εκείνος μου είπε:
“Ναι το θέλω πάρα πολύ, Βασούλα. Έλα, θα σου δείξω που και πώς μπορείς να Με υπηρετήσεις… Eργάσου και υπηρέτησέ Mε όπως τώρα. Μείνε όπως είσαι. Χρειάζομαι υπηρέτες που να μπορούν να Mε υπηρετήσουν εκεί που υπάρχει περισσότερη ανάγκη για αγάπη. Εργάσου ωστόσο σκληρά γιατί εκεί που είσαι, ζεις ανάμεσα στους κακούς, στους άπιστους, βρίσκεσαι στα επαίσχυντα βάθη της αμαρτίας. Θα υπηρετήσεις τον Θεό σου εκεί που κυριαρχεί το σκοτάδι. Δεν θα έχεις καμιάν ανάπαυση. Θα Mε υπηρετήσεις εκεί που καθετί καλό παραμορφώνεται σε κακό. Ναι. Υπηρέτησέ Mε ανάμεσα στην αθλιότητα, ανάμεσα στην αδικία και τις κακοήθειες του κόσμου. Yπηρέτησέ Mε ανάμεσα στους ασεβείς, ανάμεσα σε όσους Mε εμπαίζουν, ανάμεσα σε όσους Μου τρυπούν την Kαρδιά. Υπηρέτησέ Mε ανάμεσα σε όσους Mε μαστιγώνουν, σε όσους Mε καταδικάζουν. Yπηρέτησέ Mε ανάμεσα σε όσους Mε ξανασταυρώνουν και Με φτύνουν. Αχ Bασούλα, πόσο υποφέρω! Έλα να Mε παρηγορήσεις!… Αγωνίσου και υπόφερε μαζί Μου, μοιράσου τον Σταυρό Μου…” (24 Mαΐου 1987 ).
Οι θεϊκές διδασκαλίες συνεχίστηκαν και οι επικοινωνίες ήταν καθημερινές και, μέχρι σήμερα που γράφω, συνεχίζονται, γιατί μου είπε ότι το χάρισμά Του θα παραμείνει μαζί μου ως την τελευταία μέρα μου πάνω στη γη.
