4 Ιουλίου 1990
Χαμογέλασε μας, Κύριε,
και όλα τα πρόσωπα στη γη
θα γίνουν φωτεινότερα,
η Ελπίδα θα ξαναφωλιάσει στις καρδιές μας
και όλη η γη, απ’ άκρη σ’ άκρη,
θα θυμηθεί και θα επιστρέψει σε Εσένα.
Η Καρδιά Μου λιώνει από αγάπη και για τον λιποτάκτη, δεν το παρατηρήσατε; Δεν ακούσατε τους Στεναγμούς της Αγάπης Μου; Δεν διαβάσατε τον ύμνο της Αγάπης Μου που έγραψα για όλη τη δημιουργία Μου; Ελάτε σε Εμένα, να σας δω να απλώνετε τα χέρια σας στο Ιερό Μου, να Με λατρεύετε και να Με ευλογείτε νύχτα και μέρα, μέρα και νύχτα.
Ευλογημένη, θα σου θέσω μία ερώτηση, μόνο μία, πες Μου: Με αγαπάς με όλη σου την καρδιά, με όλη σου την ψυχή και με όλη σου τη διάνοια;
Σε αγαπώ, Κύριε μου και Θεέ μου,
με όλη μου την καρδιά, με όλη μου την ψυχή
και με όλη μου τη διάνοια,
αλλά ξέρω πως η αγάπη μου είναι φτωχή,
άθλια και ανεπαρκής
εμπρός στη δική Σου Γενναιοδωρία.
Τότε θα ανάψω μέσα σου μια φωτιά…
Έλα λοιπόν να με κυριεύσεις!
Πώς θα βρω τον Δρόμο αν δεν γεμίσεις Εσύ
το πνεύμα μου με το Φως Σου,
για να κατευθύνεις την ψυχή μου
στην Αλήθεια και στη Ζωή;
Να παραδέχεσαι πάντα τα σφάλματα σου και θα σε βοηθώ να τα υπερβαίνεις. Έλα, εσύ που Μου ανήκεις και είσαι ιδιοκτησία Μου, είσαι ιδιοκτησία Μου γιατί είσαι φτωχή και άθλια, η αθλιότητα Με έλκει. Θα ζωογονήσω τη δύναμή σου και θα σε ενθαρρύνω σκορπώντας πάνω σου μυρωδιές από το εκλεκτό Μου θυμίαμα. Μην παραιτείσαι ποτέ παιδί Μου, μη Μου αρνείσαι ποτέ μια θέση στην καρδιά σου. Η φτώχεια Με έλκει, γυρεύω τη φτώχεια και την αθλιότητα. Σε έφερα κοντά Μου για να σε αναλώσω με τη Φωτιά Μου μπροστά στα μάτια όλων. Μέσα από εσένα δείχνω την Απέραντη Αγάπη Μου για όλους τους ανθρώπους, να δουν όλοι και να μάθουν πως είμαι ένας Θεός Αγάπης, Φωτιά που κατακαίει.
Θεέ μου,
έριξες πάνω μου βροχή τις ευλογίες Σου,
παρόλο που ήξερες πως αυτό που κατέχεις
και είναι δικό Σου, είναι άθλιο και ατελές,
και πως θα ήμουν ανίκανη
να Σου ανταποδώσω οτιδήποτε.
Έχω ευλογήσει αυτό που Μου ανήκει… – Η ειλικρίνεια σου Με ευχαριστεί… – Άκου: σηκώνω τους φτωχούς από το χώμα, υψώνω τους άθλιους και τους βάζω στην Ιερή Μου Καρδιά, ύστερα τους δείχνω στους αγγέλους Μου. Τους διδάσκω τις εντολές Μου και γίνομαι ο Δάσκαλος τους κι αυτοί, οι μαθητές Μου. Και τις αμαρτίες τους τις συγχωρώ, σαν τον πάγο στον ήλιο διαλύονται οι αμαρτίες τους. Και τότε ζητώ από τους αγίους να τους προσέχουν και να προσεύχονται γι’ αυτούς, και τους γεμίζω με το Πνεύμα Μου της Σύνεσης για να τους αξιώσω να διακρίνουν την Αλήθεια και να φτάσουν σε βαθύτερη κατανόηση της Γνώσης Μου.
Κύριε, Εσύ που με ανέθρεψες σαν πατέρας,
αφού με ανέστησες από τη σκοτεινή κοιλάδα του θανάτου,
κι Εσύ που με οδήγησες τότε μέσα στο Φως Σου
κι Εσύ που με γλύτωσες από τον πονηρό,
πες μου, δεν είμαστε όλοι παιδιά Σου;
Ναι, είστε.
Αφού είμαστε όλοι παιδιά Σου, Σε ικετεύω λοιπόν γι’ αυτούς που ακούν με τα αυτιά τους αλλά φαίνεται πως δεν καταλαβαίνουν, να τους επιτρέψεις να καταλάβουν.
Έχουν μετανοήσει;
Κύριε, δεν ξέρω αν έχουν μετανοήσει, αν τους ανοίξεις όμως τα μάτια και τους αφήσεις να δουν, θα δουν τη Δόξα Σου και θα αντιληφθούν την Πιστότητά Σου και το Κάλλος Σου. Τότε ίσως έρθουν σε Εσένα και μετανοήσουν!
Παιδί Μου, ακόμη κι αν τους ανοίξω τα μάτια, δεν θα Με δουν! Δεν θα Με δουν γιατί περιβάλλονται από σκοτάδι, πώς λοιπόν θέλεις να Με δουν αν και είμαι κοντά τους συνεχώς; Το σκοτάδι τους τους τυφλώνει.
Γι’ αυτό λοιπόν, κόρη, μίλα καθαρά και μην τους φοβάσαι, μη φοβάσαι να πεις καθαρά την Αλήθεια και μη δεχθείς να σωπάσεις. Είμαι μαζί σου παιδί Μου, κόρη Μου. Όχι, μη μένεις σιωπηλή, στρώσου στη δουλειά μαζί με τον Θεό σου. Σε ανέθρεψα και σε μεγάλωσα γι’ αυτήν την αποστολή. Όπως ο νέος ενώνεται σε γάμο με παρθένα, κι Εγώ σου πρόσφερα την Καρδιά Μου και σου ζήτησα τη δική σου. Εγώ, ο Ιησούς, σε διέπλασα και σε νυμφεύθηκα. Κι όπως ο νυμφίος χαίρεται με τη νύφη του, έτσι κι Εγώ χαίρομαι τώρα με τη φτώχεια σου και την αδυναμία σου. Έτρεξα πίσω σου όπως ο ερωτευμένος τρέχει πίσω από την καλή του, γύρεψα με ποιον τρόπο να σε κάνω δική Μου, και τώρα που είσαι δική Μου, θα σε κρατήσω.
Είμαι αδύνατη και οι διώκτες μου
με κυνηγούν ασταμάτητα,
αλλά έχω την ελπίδα μου σε Εσένα.
Ζω σε τούτη την εξορία μόνο για Εσένα,
τίποτα πια δεν με ευχαριστεί στον κόσμο αυτόν
και τα μάτια μου ήδη αποζητούν
τον κόσμο ειρηνικό Σου κόσμο.
Η καρδιά μου και η ψυχή μου
λιώνουν από αγάπη για Εσένα.
Είσαι η Καταφυγή μου και η Χαρά μου.
Σου ζήτησα να με δεχτείς αν γίνεται
και να είμαι για Εσένα κάτι λιγότερο από δούλη,
ναι, βοηθός δούλου.
Οι φτωχοί και οι απλοί υμνούσαν πάντα το Όνομα Μου και πάντα θα το υμνούν.
(Ο Ιησούς είπε αυτά τα λόγια σαν να μονολογούσε.)
Γι’ αυτό, ευχαριστώ τον Πατέρα που έκρυψε τη Σοφία από τους σοφούς και τους συνετούς και Την φανέρωσε στους ταπεινούς. Μακάριοι εσείς που είστε φτωχοί και ταπεινοί, γιατί δική σας είναι η Βασιλεία του Θεού. Αλλοίμονο σε όσους είναι χορτάτοι τώρα, θα φύγουν πεινασμένοι. Μακάριοι είστε εσείς όταν οι άνθρωποι σας χλευάζουν και σας κατάδιώκουν και σας κακολογούν με κάθε ψεύτικη κατηγορία εξαιτίας Μου. Χαρείτε και αναγαλλιάστε! Γιατί η ανταμοιβή σας θα είναι μεγάλη στον Ουρανό. Με τον ίδιο τρόπο καταδίωξαν πριν από εσάς τους προφήτες.
Κόρη, μην αποκάνεις, φέρε εις πέρας το έργο που σου έδωσα. Μιμήσου Εμένα τον Κύριό σου και ακολούθησε Με δίχως την παραμικρή αμφιβολία. Θα σε ταπεινώσω περισσότερο. Μείνε φτωχή και αδύναμη, πειθήνια και υπάκουη. Γίνε ευάρεστη στα Μάτια Μου.
Είμαι δική Σου και κάτω από το άγρυπνο Βλέμμα Σου βρήκα την αληθινή ειρήνη. Σε ευλογώ.
